Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τόποι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τόποι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2015 | By: Maria Giannakaki

Τροία

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2015 | By: Maria Giannakaki

Μυκήνες ΙV (τα μνημεία)

 ΤΕΙΧΗ
Η αρχαία πόλη των Μυκηνών ήταν χτισμένη σε σπουδαίο στρατηγικό σημείο μεταξύ δυο κορυφών, του προφήτη Ηλία και της Σάρας, που εποπτεύει τη σπουδαιότερη οδική αρτηρία μεταξύ Άργους, Φλειούντα, Νεμέας, Κλεωνών και Κορίνθου, η οποία περνούσε από τους δυτικούς πρόποδες του λόφου.
Ιδρυτής των Μυκηνών ήταν ο Περσέας, ο οποίος ονόμασε τη νέα πόλη Μυκήνες είτε επειδή εκεί έπεσε ο μύκης (μύκης = θήκη) του ξίφους του είτε επειδή εκεί αποκάλυψε μια πηγή με άφθονο νερό, την Περσεία πηγή, κάτω από τη ρίζα ενός μύκητα (μύκης = μανιτάρι). Άλλοι θεωρούν ότι η ετυμολογία της λέξης Μυκήνες προέρχεται από τη λέξη μυχός (= το πιο βαθύ και εσωτερικό σημείο ενός πράγματος, μιας τοποθεσίας, κλπ) και προσδιορίζει τη φυσική της θέση. Αρχαίοι συγγραφείς αποδίδουν το όνομα Μυκήνες στην ηρωίδα Μυκήνη, κόρη του Ινάχου, μυθολογικού βασιλιά του Άργους. Τέλος κάποιοι γλωσσολόγοι τη συσχετίζουν με το τοπωνύμιο Μυκαλησσός και Μύκαλη, τα οποία θεωρούνται προελληνικά.Σύμφωνα με την αρχαιοελληνική παράδοση τον ιδρυτή των Μυκηνών Περσέα (γιο του Δία και της Δανάης) διαδέχτηκαν στο θρόνο ο γιος του Σθένελος και ύστερα ο Ευρυσθέας, γνωστός από τους άθλους του Ηρακλή, τον οποίο σκότωσε ο γιος του Ηρακλή, ο Ύλλος. Έτσι τη δυναστεία των Περσειδών διαδέχτηκε η δυναστεία των Πελοπιδών. Απόγονος της δυναστείας αυτής ήταν ο Ατρέας, πατέρας του Αγαμέμνονα και του Μενέλαου και ιδρυτής της γενιάς των Ατρειδών. Στα χρόνια της βασιλείας του Αγαμέμνονα, που ήταν αδελφός του Μενέλαου – βασιλιά της Σπάρτης- και αρχηγός της εκστρατείας στη Τροία, το κράτος των Μυκηνών έφτασε στη μεγαλύτερη ακμή του. Ο Όμηρος, ο πρώτος που ανέφερε τις Μυκήνες, περιγράφει τους πλατείς δρόμους τους, τα ωραία οικοδομήματα και τον πλούτο τους. 
  Οι γνώσεις μας για τις εγκαταστάσεις της Μυκηναϊκής εποχής προέρχονται κυρίως από τις ανασκαφικές έρευνες των μυκηναϊκών θέσεων αλλά και από τις επιφανειακές έρευνες. Τα πιο χαρακτηριστικά οικοδομικά κατάλοιπα της περιόδου της ακμής είναι οι οχυρωμένες ακροπόλεις που χτίστηκαν γύρω στα μέσα του 14ου αιώνα π.Χ. στα σημαντικότερα μυκηναϊκά κέντρα. Τα τείχη των μυκηναϊκών ακροπόλεων ήταν χτισμένα με τη λεγόμενη κυκλώπεια τοιχοδομία και οι είσοδοί τους ήταν επιβλητικές μεγαλιθικές πύλες. Οι καλύτερα ερευνημένες ακροπόλεις των Μυκηνών και της Τίρυνθας, μέσα στον περίβολο των οποίων είχαν χτιστεί σημαντικά κτήρια, μαρτυρούν ότι οι ακροπόλεις φιλοξενούσαν τις διοικητικές έδρες των μυκηναϊκών βασιλείων.
Ως ακροπόλεις ορίζονται βραχώδεις, φυσικά οχυρές θέσεις, στο ψηλότερο σημείο των οποίων ήταν χτισμένος ένας οικισμός που προστατευόταν από οχυρωματικά τείχη.  Οι πρωιμότεροι αυτοί λίθινοι περίβολοι που ήταν χαμηλοί, λεπτοί και χτισμένοι με μικρούς λίθους δεν ήταν σε θέση να αντέξουν ισχυρές πολιορκίες. Κατά το 14ο και 15ο αιώνα π.Χ. εμφανίστηκαν στην ηπειρωτική Ελλάδα ανάλογοι οχυρωμένοι οικισμοί, χτισμένοι όμως με το λεγόμενο κυκλώπειο τρόπο οικοδόμησης, με στόχο να κάνουν τους μυκηναϊκούς οικισμούς πραγματικά απόρθητους. Το πολεοδομικό αυτό σχήμα έφερε τους ελλαδικούς οικισμούς κοντά στο πρότυπο των πανίσχυρων οχυρωμένων πόλεων της Μικράς Ασίας, της Χαναάν και της Μεσοποταμίας.

Οι μεγάλες οχυρωμένες ακροπόλεις της Τίρυνθας, των Μυκηνών, του Γλα και των Αθηνών αποτελούν ίσως τα πιο χαρακτηριστικά δημιουργήματα του μυκηναϊκού πολιτισμού. Οι εγκαταστάσεις αυτές δεν ήταν απλώς οχυρωμένοι συνοικισμοί, ούτε ανοχύρωτα ανάκτορα, όπως στην Κρήτη και την Πύλο. Ήταν τειχισμένα ανακτορικά συγκροτήματα τα οποία καταλάμβαναν σχεδόν ολόκληρη την έκταση εντός των τειχών και αποτελούσαν τις πρωτεύουσες μεγάλων διοικητικών περιοχών. Οι κάτοικοι των περιοχών αυτών ζούσαν σε μικρότερους συνοικισμούς και αγροτικές εγκαταστάσεις έξω από τα τείχη. Οι περίοικοι έβρισκαν σε καιρό πολέμου καταφύγιο στις ακροπόλεις, αν και το εσωτερικό τους δε διέθετε αρκετό ελεύθερο χώρο, καθώς τα κτήρια κάλυπταν σχεδόν ολόκληρη την έκταση της ακρόπολης. Το ρόλο της προσωρινής στέγης για τους πρόσφυγες θα είχαν ίσως στην Τίρυνθα η κάτω ακρόπολη και στις Μυκήνες τα σπήλαια της βορειοδυτικής πλαγιάς.

Οι ακροπόλεις ήταν οι διοικητικές έδρες και ταυτόχρονα τα θησαυροφυλάκια κάθε μυκηναϊκού κρατιδίου. Ο επιβλητικός όγκος των τειχών τους αποτελούσε ταυτόχρονα το σύμβολο και το μέτρο ισχύος του δυνάστη που τις κατείχε.
Το εσωτερικό των ακροπόλεων ήταν ένας άριστα οργανωμένος χώρος, όπου βρίσκονταν διάφορα κτηριακά συγκροτήματα με συγκεκριμένες λειτουργίες.

 Η επικοινωνία ανάμεσα στα συγκροτήματα αυτά γινόταν με ένα περίπλοκο σύστημα από διαδρόμους, κλίμακες και αναβάθρες που διευκόλυναν την κυκλοφορία και συγχρόνως χώριζαν την ακρόπολη σε ζώνες ειδικών λειτουργιών. Το κεντρικό κτήριο ήταν το ανάκτορο, η κατοικία του άνακτα και της οικογένειάς του. Γύρω από αυτό βρισκόταν ένα πλήθος από κτίσματα, όπου στεγάζονταν οι ανώτεροι διοικητικοί υπάλληλοι, τα μέλη του ιερατείου, οι τεχνίτες και οι καλλιτέχνες. Σε γειτονικά διαμερίσματα κατοικούσαν η ακολουθία και η φρουρά του ηγεμόνα. Στις ακροπόλεις βρίσκονταν επίσης τα ανακτορικά ιερά και οι κρατικές αποθήκες, όπου ήταν συγκεντρωμένα τα αγροτικά προϊόντα και τα εμπορεύματα της περιοχής.




Τα τείχη των μυκηναϊκών ακροπόλεων ήταν εντυπωσιακά και απέδιδαν την κατασκευή τους στους Κύκλωπες. Αυτά τα "κυκλώπεια τείχη" όπως λέγονται, είναι χτισμένα με μεγάλους ογκόλιθους και έχουν μεγάλος πλάτος







Συγγραφική ομάδα για 
"Μυκήνες τόπος και μνημεία"

Μαρίνα, Δήμητρα, Άννα




Μυκήνες ΙΙΙ (Τα μνημεία)

Α. Λακκοειδείς τάφοι
 Oι λακκοειδείς τάφοι είναι απλοί λάκκοι, οι μεγαλύτεροι και βαθύτεροι με ξερολιθιά στα πλάγια, πάνω στην οποία πατούσαν τα οριζόντια δοκάρια της στέγης του τάφου. Ο νεκρικός θάλαμος είναι υπόγειος με χτιστά τοιχώματα και πρόσβαση από πάνω. Μετά την τοποθέτηση του νεκρού το άνοιγμα καλύπτεται με ξύλινα δοκάρια και πλάκες και στο τέλος ο τάφος καλύπτεται με τεχνητή επίχωση, που σχηματίζει ένα μικρό λοφίσκο, τον τύμβο. Συχνά οι λακκοειδείς τάφοι κατασκευάζονταν κατά συστάδες, πάνω από τις οποίες σχηματιζόταν ένας ενιαίος κυκλικός τύμβος. Δύο τέτοιοι κύκλοι, ο ταφικός κύκλος Α και ο ταφικός κύκλος Β, που περιείχαν βασιλικές ταφές, βρέθηκαν στις Μυκήνες.



 Ο ταφικός κύκλος Α ήταν το βασιλικό νεκροταφείο των Μυκηναίων ηγεμόνων της πρώιμης εποχής του Μυκηναϊκού Πολιτισμού κατά τον 16ο αιώνα π.χ.. Αρχικά βρισκόταν εκτός των οχυρώσεων των Μυκηνών και ήταν μία συστάδα λακκοειδών βασιλικών τάφων, που την περιέβαλε ένας χαμηλός περίβολος από ξερολιθιά διαμέτρου 27,50 μ. Όταν το 13ο αιώνα π.Χ χτίστηκε ψηλότερα η Πύλη των Λεόντων και το δυτικό τείχος, οι τάφοι βρέθηκαν στο βάθος ενός τεχνητού κοιλώματος. Τότε χτίστηκε γύρω τους ένας ισχυρός επικλινής τοίχος, ο οποίος συγκράτησε την επίχωση που γέμιζε το κοίλωμα, σκέπασε τους τάφους και έφερε τον κύκλο στην στάθμη της Πύλης. Στην κορυφή του τοίχου στήθηκαν δύο ομόκεντρες σειρές από όρθιες πλάκες σε απόσταση 1,20 μ, μεταξύ τους και το διάστημα μεταξύ τους σκεπάστηκε από όμοιες πλάκες, που σχημάτισαν ένα κυκλικό θωρακείο με είσοδο στη βόρεια πλευρά, προς την Πύλη των Λεόντων. Έτσι με την επέκταση των τειχών ο ταφικός κύκλος Α συμπεριλήφθηκε στα τείχη και σήμερα βρίσκεται μέσα στην ακρόπολη, νοτιοανατολικά και σε μικρή απόσταση από την Πύλη των Λεόντων. 

Β. Θολωτοί τάφοι
Οι θολωτοί τάφοι είναι υπόγεια κυκλικά κτίσματα που αποτελούνται από την κυρίως θόλο και ένα μακρύ δρόμο. Το χτίσιμο των θόλων γινόταν με λιθόπλινθους που τοποθετούνταν σε σειρές κατά το εκφορικό σύστημα. Ο ταφικός αυτός τύπος προήλθε μάλλον από την Κρήτη, όπου υπήρχε ήδη από την Πρωτομινωική εποχή (3000-2000 π.Χ) και μεταδόθηκε στην ηπειρωτική Ελλάδα κατά το τέλος της Yστεροελλαδικής I περιόδου (1550-1500 π.Χ.) μέσω της Μεσσηνίας, όπου έχουν βρεθεί τα πρωιμότερα παραδείγματα. Κατά μια διαφορετική άποψη, οι θολωτοί τάφοι δεν είναι παρά μια λιθόχτιστη εκδοχή του ελλαδικού τύμβου.
Το σύνολο των θολωτών τάφων που έχουν βρεθεί στην ηπειρωτική Ελλάδα ανέρχεται στους 120. Από αυτούς, οι 14 μεγαλύτεροι θεωρούνται σημαντικά αρχιτεκτονικά επιτεύγματα, καθώς οι θολωτές κατασκευές αντιμετώπιζαν σοβαρά στατικά προβλήματα, όταν η διάμετρός τους ξεπερνούσε τα 6 μ. Συγκεκριμένα το στόμιό τους κινδύνευε να καταρρεύσει από το υπερβολικό βάρος του υπέρθυρου, το οποίο έφτανε μερικές φορές τους 120 τόνους. Μια προστατευτική τεχνική που εφαρμόστηκε για να αποφευχθεί αυτό το πρόβλημα ήταν η επινόηση του ανακουφιστικού τριγώνου που μετέφερε το βάρος του υπέρθυρου στις παραστάδες και τις πλευρές της θόλου.
 Όλοι οι θολωτοί τάφοι της ηπειρωτικής Ελλάδας βρέθηκαν συλημένοι ολοκληρωτικά ή εν μέρει, γι' αυτό δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ακριβώς τα έθιμα ταφής. Οι λάκκοι που έχουν βρεθεί στο δάπεδό τους χρησίμευαν ως τάφοι ή ως τελετουργικές εγκαταστάσεις για την υποδοχή νεκρικών σπονδών και προσφορών. Στην περίμετρo των θόλων προστίθεντο μερικές φορές ορθογώνιοι θάλαμοι. Οι χώροι αυτοί χρησιμοποιούνταν ως νεκρικοί θάλαμοι, όπως δείχνει μια γυναικεία ταφή στις Αρχάνες. Στην ηπειρωτική Ελλάδα έχουν βρεθεί δύο παραδείγματα τέτοιων τάφων, ο "θησαυρός του Ατρέα" στις Μυκήνες και ο "θησαυρός του Μινύα" στον Ορχομενό. Στο δεύτερο από αυτούς τους τάφους, η οροφή του πλευρικού θαλάμου είναι επενδυμένη με μια ασβεστολιθική πλάκα με ανάγλυφη διακόσμηση.



Η είσοδος των θόλων σφραγιζόταν συνήθως με τοίχο και πολύ σπάνια με θύρα. Ιδιαίτερη επιμέλεια έδιναν στην κατασκευή της πρόσοψης, παρόλο που η είσοδος ήταν μόνο για ένα μικρό διάστημα ορατή, από τη στιγμή της αποπεράτωσης του τάφου μέχρι τον πρώτο ενταφιασμό. Ο πολυτελής διάκοσμος της πρόσοψης του θησαυρού του Ατρέα αποτελεί ένα μοναδικό παράδειγμα. Ο δρόμος ήταν διαμορφωμένος ανάλογα με το μέγεθος και την ποιότητα της κατασκευής των τάφων, ως μια μικρή δίοδος λαξεμένη στο βράχο ή μια επιμελημένη λιθόκτιστη κατασκευή. Ύστερα από κάθε ταφή το εξωτερικό άκρο του δρόμου κλεινόταν και το εσωτερικό του γεμιζόταν με χώμα. Οι τάφοι καλύπτονταν από ένα τεχνητό λοφίσκο από χώμα και πέτρες που προστάτευε την κατασκευή από τη φυσική φθορά. Το επιβλητικό αυτό χωμάτινο έξαρμα λειτουργούσε και ως ταφικό σήμα.
Η χρήση των θολωτών τάφων σταματάει κατά την Υστεροελλαδική ΙΙΙΓ (1300-1200 π.Χ.) περίοδο. Από το διάστημα αυτό και μέχρι το τέλος της Μυκηναϊκής περιόδου επικρατούν οι θαλαμοειδείς τάφοι μαζί με επιβιώσεις παλαιότερων ταφικών τύπων, μάλλον επειδή οι νέες οικονομικές συνθήκες δεν επέτρεπαν την κατασκευή τόσο περίπλοκων ταφικών μνημείων.

Μυκήνες ΙΙ (ο τόπος)





Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2014 | By: Maria Giannakaki

Ρόδος

Η ιστορία της Ρόδου

Το νησί της Ρόδου βρίσκεται στο σημείο συνάντησης των τριών ηπείρων, της Ευρώπης, της Ασίας και της Αφρικης και πάνω στους πανάρχαιους θαλάσσιους δρόμους που ένωναν την Δύση με την Ανατολή. Ως σημείο συνάντησης πολλών πολιτισμών τράβηξε πάντοτε την προσοχή πολλών λαών και δέχτηκε πολλές επιρροές στη μακρόχρονη ιστορία της. Όλοι οι λαοί που έφτασαν εδώ, είτε ειρηνικά, είτε ως επιδρομείς, είτε μαζικά, είτε ως άτομα, ή ολιγομελείς ομάδες άφησαν τα σημάδια τους πάνω στο σώμα της όμορφης Ρόδου. Το αποτέλεσμα ήταν πάντα ένα πολιτιστικό αμάλγαμα μεγάλης αντοχής που έχει επιβιώσει μέχρι τις μέρες μας. Πάντοτε η Ρόδος ήταν πλούσιος τόπος, τόσο σε παραγωγή του εδάφους, όσο και σε ανθρώπινο δυναμικό.
 
Από τις ανασκαφές και τις αρχαιολογικές έρευνες γνωρίζουμε ότι κατοικήθηκε τουλάχιστον από την Νεολιθική Εποχή. Η μυθολογική και αρχαία παράδοση του τόπου, σε συνδυασμό με την επιστημονική έρευνα, αναφέρει ως πρώτους κάτοικους τους Κάρες, τους Φοίνικες και τους Μινωίτες Κρήτες. Οι τελευταίοι αποδεδειγμένα έχουν εγκατασταθεί στην περιοχή της Ιαλυσού από τον 15ο π.Χ. αιώνα και έχουν οδηγήσει το νησί σε μεγάλη οικονομική και πολιτιστική ακμή. Η Ρόδος ακολουθεί την τύχη της Κρήτης και υποκύπτει για περισσότερα από 350 χρόνια στους Μυκηναίους Αχαιούς που την οδηγούν σε ψηλά επίπεδα ευημερίας. Το 1.100 π.Χ. έρχονται κατά κύματα οι Έλληνες Δωριείς που ιδρύουν τις τρεις μεγάλες και αργότερα φημισμένες πόλεις της Λίνδου, της Καμείρου και της Ιαλυσού. Ακολουθούν την τύχη των δωρικών πόλεων της Νοτιοδυτικής Μικράς Ασίας και σε συμμαχία με αυτές φτάνουν πάλι σε υψηλά επίπεδα ανάπτυξης, γεγονός που φέρνει πλούτο και ευημερία στους κατοίκους του νησιού. 
Ονόματα πρώτης γραμμής αυτής της εποχής είναι ο τύραννος της Λίνδου Κλεόβουλος, ένας από τους επτά σοφούς της αρχαιότητας και ο φημισμένος πολυολυμπιονίκης Διαγόρας. Το 408 π.Χ. οι τρεις μεγάλες πόλεις ιδρύουν από κοινού μια καινούρια πρωτεύουσα του νησιού, την Ρόδο που συνεχίζει να ακμάζει αλματωδώς.

Όλο αυτό το διάστημα ακολουθούν την τύχη της υπόλοιπης Ελλάδας και εμπλέκονται στις περιπέτειες του Ελληνισμού στην σύγκρουσή του με τους Πέρσες.

Κατά τους Μακεδονικούς και Ελληνιστικούς χρόνους πέρασαν στην επιρροή των Μακεδόνων και αργότερα των Πτολεμαίων της Αιγύπτου. Και πάλι η πόλη, και κατ' επέκταση το νησί της Ρόδου, γνωρίζουν πολύ μεγάλη ακμή, ίσως την μεγαλύτερη της ιστορίας τους. Και είναι τόση η ισχύς της, που σταματάει τον φημισμένο Μακεδόνα στρατηγό Δημήτριο τον Πολιορκητή το 305 π.Χ. Σε ανάμνηση αυτής της περιφανούς νίκης τους υψώνουν το πιο φημισμένο άγαλμα της Αρχαιότητας, τον περίφημο Κολοσσό της Ρόδου, που ονομάστηκε έτσι λόγω του μεγέθους του και αποτέλεσε ένα από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου.

Κατά την διάρκεια της επέκτασης και κυριαρχίας της Ρώμης η Ρόδος βρέθηκε σύμμαχος των Ρωμαίων, αλλά υφίσταται πολλές καταστροφές κατά την διάρκεια των εμφυλίων σπαραγμών ανάμεσα στους Ρωμαίους στρατηγούς.

Η Ρόδος είναι από τα πρώτα μέρη της Ελλάδας που ασπάστηκε τον Χριστιανισμό, ο οποίος διδάχτηκε στο νησί από τον Απόστολο των Εθνών Παύλο (57 μ.Χ.).

μεγέθυνση φωτογραφίας μεγέθυνση φωτογραφίας μεγέθυνση φωτογραφίας

Κατά τους Βυζαντινούς χρόνους γνωρίζει περιόδους ακμής γι' αυτό τραβάει τα βλέμματα πολλών επιδρομέων. Πέρσες, Σαρακηνοί και Σταυροφόροι εισβάλουν και λεηλατούν πολλές φορές το νησί που γνωρίζει μεγάλες καταστροφές. Τελικά το 1306 η Ρόδος, μαζί με την Κω και την Λέρο πωλούνται στους Ιππότες του Τάγματος του Αγίου Ιωάννη. Υπό την κυριαρχία των Ιωαννιτών Ιπποτών η Ρόδος γνωρίζει ξανά την ακμή και την ευημερία και καθίσταται μεγάλο στρατιωτικό, εμπορικό, οικονομικό και πολιτιστικό κέντρο της περιοχής της Ανατολικής Μεσογείου. Αυτής της λαμπρής εποχής αποτέλεσμα είναι η Μεσαιωνική Πόλη της Ρόδου που βλέπουμε σήμερα και θαυμάζουμε όλοι. Επίσης, αποτέλεσμα αυτής της οικονομικής και πολιτιστικής άνθησης του τόπου είναι η διαμόρφωση μιας συλλογικής ψυχοσύνθεσης των ντόπιων που επιβιώνει μέχρι τις μέρες μας.

Αλλά το 1522, μετά από έξι μήνες στενής πολιορκίας από τους Οθωμανούς του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, η πόλη-κάστρο πέφτει στα χέρια των Τούρκων που εκείνη την εποχή ήταν ανίκητοι και λίγα χρόνια μετά έφτασαν μέχρι τα προάστια της Βιέννης, όπου κατάφεραν τελικά οι Ευρωπαίοι να τους σταματήσουν.

Η Ρόδος παρέμεινε στην κυριαρχία των Τούρκων μέχρι το 1912 που έφτασαν στο νησί καινούριοι κατακτητές. Οι Ιταλοί, που στην αρχή ο λαός τους υποδέχτηκε ως ελευθερωτές, αλλά γρήγορα κατάλαβαν όλοι ότι επρόκειτο για έναν καινούριο σκληρό δυνάστη, έστω και ομόθρησκο. Το μόνο καλό που είδε η Ρόδος από τους κατακτητές αυτούς ήταν το δίκτυο των υποδομών που ανέπτυξαν για τους δικούς τους λόγους οι Ιταλοί, καθώς επίσης και τα πολλά κτίρια που έκτισαν. Όλα αυτά, μετά την ένωση της Ρόδου με την Ελλάδα, αποτέλεσαν ένα σοβαρό παράγοντα που βοήθησε το νησί να συνέλθει γρήγορα από τις καταστροφές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου που προξένησαν οι κατακτητές Ιταλοί και Γερμανοί και οι συμμαχικοί βομβαρδισμοί. Έπειτα από μια τρίχρονη κατοχή και διακυβέρνηση από τον Βρετανικό στρατό η Ρόδος και όλα τα Δωδεκάνησα, ενσωματώθηκαν οριστικά με την Ελλάδα τον Μάρτιο του 1948.

Από τότε ακολούθησε τις τύχες της υπόλοιπης Ελλάδας και σήμερα είναι ένα πανέμορφο ελληνικό νησί που με τις μοναδικές του φυσικές ομορφιές, τους σπουδαίους πολιτιστικούς του θησαυρούς, την εργατικότητα των κατοίκων της έχει εξελιχθεί σε ένα πρώτης γραμμής τουριστικό προορισμό. Η τουριστική ανάπτυξη, σε συνδυασμό με τη πολιτιστική ανάπτυξη του τόπου έχει φέρει πάλι ευημερία στο νησί της Ρόδου  
  
Από τις ανασκαφές και τις αρχαιολογικές έρευνες γνωρίζουμε ότι κατοικήθηκε τουλάχιστον από την Νεολιθική Εποχή. Η μυθολογική και αρχαία παράδοση του τόπου, σε συνδυασμό με την επιστημονική έρευνα, αναφέρει ως πρώτους κάτοικους τους Κάρες, τους Φοίνικες και τους Μινωίτες Κρήτες. Οι τελευταίοι αποδεδειγμένα έχουν εγκατασταθεί στην περιοχή της Ιαλυσού από τον 15ο π.Χ. αιώνα και έχουν οδηγήσει το νησί σε μεγάλη οικονομική και πολιτιστική ακμή. Η Ρόδος ακολουθεί την τύχη της Κρήτης και υποκύπτει για περισσότερα από 350 χρόνια στους Μυκηναίους Αχαιούς που την οδηγούν σε ψηλά επίπεδα ευημερίας. Το 1.100 π.Χ. έρχονται κατά κύματα οι Έλληνες Δωριείς που ιδρύουν τις τρεις μεγάλες και αργότερα φημισμένες πόλεις της Λίνδου, της Καμείρου και της Ιαλυσού. Ακολουθούν την τύχη των δωρικών πόλεων της Νοτιοδυτικής Μικράς Ασίας και σε συμμαχία με αυτές φτάνουν πάλι σε υψηλά επίπεδα ανάπτυξης, γεγονός που φέρνει πλούτο και ευημερία στους κατοίκους του νησιού. 
Ονόματα πρώτης γραμμής αυτής της εποχής είναι ο τύραννος της Λίνδου Κλεόβουλος, ένας από τους επτά σοφούς της αρχαιότητας και ο φημισμένος πολυολυμπιονίκης Διαγόρας. Το 408 π.Χ. οι τρεις μεγάλες πόλεις ιδρύουν από κοινού μια καινούρια πρωτεύουσα του νησιού, την Ρόδο που συνεχίζει να ακμάζει αλματωδώς.

Όλο αυτό το διάστημα ακολουθούν την τύχη της υπόλοιπης Ελλάδας και εμπλέκονται στις περιπέτειες του Ελληνισμού στην σύγκρουσή του με τους Πέρσες.

Κατά τους Μακεδονικούς και Ελληνιστικούς χρόνους πέρασαν στην επιρροή των Μακεδόνων και αργότερα των Πτολεμαίων της Αιγύπτου. Και πάλι η πόλη, και κατ' επέκταση το νησί της Ρόδου, γνωρίζουν πολύ μεγάλη ακμή, ίσως την μεγαλύτερη της ιστορίας τους. Και είναι τόση η ισχύς της, που σταματάει τον φημισμένο Μακεδόνα στρατηγό Δημήτριο τον Πολιορκητή το 305 π.Χ. Σε ανάμνηση αυτής της περιφανούς νίκης τους υψώνουν το πιο φημισμένο άγαλμα της Αρχαιότητας, τον περίφημο Κολοσσό της Ρόδου, που ονομάστηκε έτσι λόγω του μεγέθους του και αποτέλεσε ένα από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου.

Κατά την διάρκεια της επέκτασης και κυριαρχίας της Ρώμης η Ρόδος βρέθηκε σύμμαχος των Ρωμαίων, αλλά υφίσταται πολλές καταστροφές κατά την διάρκεια των εμφυλίων σπαραγμών ανάμεσα στους Ρωμαίους στρατηγούς.

Η Ρόδος είναι από τα πρώτα μέρη της Ελλάδας που ασπάστηκε τον Χριστιανισμό, ο οποίος διδάχτηκε στο νησί από τον Απόστολο των Εθνών Παύλο (57 μ.Χ.).

μεγέθυνση φωτογραφίας μεγέθυνση φωτογραφίας μεγέθυνση φωτογραφίας

Κατά τους Βυζαντινούς χρόνους γνωρίζει περιόδους ακμής γι' αυτό τραβάει τα βλέμματα πολλών επιδρομέων. Πέρσες, Σαρακηνοί και Σταυροφόροι εισβάλουν και λεηλατούν πολλές φορές το νησί που γνωρίζει μεγάλες καταστροφές. Τελικά το 1306 η Ρόδος, μαζί με την Κω και την Λέρο πωλούνται στους Ιππότες του Τάγματος του Αγίου Ιωάννη. Υπό την κυριαρχία των Ιωαννιτών Ιπποτών η Ρόδος γνωρίζει ξανά την ακμή και την ευημερία και καθίσταται μεγάλο στρατιωτικό, εμπορικό, οικονομικό και πολιτιστικό κέντρο της περιοχής της Ανατολικής Μεσογείου. Αυτής της λαμπρής εποχής αποτέλεσμα είναι η Μεσαιωνική Πόλη της Ρόδου που βλέπουμε σήμερα και θαυμάζουμε όλοι. Επίσης, αποτέλεσμα αυτής της οικονομικής και πολιτιστικής άνθησης του τόπου είναι η διαμόρφωση μιας συλλογικής ψυχοσύνθεσης των ντόπιων που επιβιώνει μέχρι τις μέρες μας.

Αλλά το 1522, μετά από έξι μήνες στενής πολιορκίας από τους Οθωμανούς του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, η πόλη-κάστρο πέφτει στα χέρια των Τούρκων που εκείνη την εποχή ήταν ανίκητοι και λίγα χρόνια μετά έφτασαν μέχρι τα προάστια της Βιέννης, όπου κατάφεραν τελικά οι Ευρωπαίοι να τους σταματήσουν.

Η Ρόδος παρέμεινε στην κυριαρχία των Τούρκων μέχρι το 1912 που έφτασαν στο νησί καινούριοι κατακτητές. Οι Ιταλοί, που στην αρχή ο λαός τους υποδέχτηκε ως ελευθερωτές, αλλά γρήγορα κατάλαβαν όλοι ότι επρόκειτο για έναν καινούριο σκληρό δυνάστη, έστω και ομόθρησκο. Το μόνο καλό που είδε η Ρόδος από τους κατακτητές αυτούς ήταν το δίκτυο των υποδομών που ανέπτυξαν για τους δικούς τους λόγους οι Ιταλοί, καθώς επίσης και τα πολλά κτίρια που έκτισαν. Όλα αυτά, μετά την ένωση της Ρόδου με την Ελλάδα, αποτέλεσαν ένα σοβαρό παράγοντα που βοήθησε το νησί να συνέλθει γρήγορα από τις καταστροφές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου που προξένησαν οι κατακτητές Ιταλοί και Γερμανοί και οι συμμαχικοί βομβαρδισμοί. Έπειτα από μια τρίχρονη κατοχή και διακυβέρνηση από τον Βρετανικό στρατό η Ρόδος και όλα τα Δωδεκάνησα, ενσωματώθηκαν οριστικά με την Ελλάδα τον Μάρτιο του 1948.

Από τότε ακολούθησε τις τύχες της υπόλοιπης Ελλάδας και σήμερα είναι ένα πανέμορφο ελληνικό νησί που με τις μοναδικές του φυσικές ομορφιές, τους σπουδαίους πολιτιστικούς του θησαυρούς, την εργατικότητα των κατοίκων της έχει εξελιχθεί σε ένα πρώτης γραμμής τουριστικό προορισμό. Η τουριστική ανάπτυξη, σε συνδυασμό με τη πολιτιστική ανάπτυξη του τόπου έχει φέρει πάλι ευημερια στο νησι της Ροδου  



ΛΙΝΔΟΣ

Η αρχαία πόλη-κράτος της Λίνδου γνώρισε μεγάλη ναυτική και πολιτιστική ανάπτυξη. Πατρίδα του σοφού τυράννου Κλεόβουλου, θαυμάστηκε για τον πλούτο, την ομορφιά και τη στρατηγική της θέση. 

Η Λίνδος είναι πατρίδα μεγάλων καλλιτεχνών, όπως του γλύπτη και δημιουργού του Κολοσσού της Ρόδου Χάρη, του Λύσιππου, του Πυθόκριτου, γιού του Τιμοχάριου, που μαζί με τον Αθηνόδωρο και τον Αγήσανδρο φιλοτέχνησαν τη Νίκη της Σαμοθράκης καθώς και το σύμπλεγμα του Λαοκόοντος, και ακόμη του ιστοριο- γράφου Ευαγόρα του Λίνδιου, του Τιμαχίδα, που έγραψε το περίφημο Χρονικό της Λίνδου, και της ποιήτριας Κλεοβουλίνης. 

Φτάνοντας κανείς στη Λίνδο θαυμάζει από μακριά το πανόραμα του χωριού, η εικόνα όμως είναι εξίσου μαγευτική κι από τη θάλασσα, αν την επισκεφθεί κανείς με το ημερόπλοιο από το Μαντράκι της Ρόδου. Ο παραδοσιακός οικισμός με τα κατάλευκα σπίτια, τα αρχοντικά των καπεταναίων, τις βυζαντινές εκκλησίες και τα λιθόστρωτα δρομάκια απλώνεται στους πρόποδες του βράχου της ακρόπολης. 

Ακολουθώντας το μονοπάτι μέσα από το χωριό ή νοικιάζοντας ένα γαϊδουράκι απο την πλατεία, ανεβαίνει κανείς στην αρχαία ακρόπολη. Η ακρόπολη της Λίνδου υψώνεται επιβλητική, τριγυρισμένη από ισχυρότατα τείχη και είναι χτισμένη σε απότομο βράχο ύψους 116 μέτρων, σαν αληθινός εξώστης με θέα στο πέλαγος. 

Στην κορυφή της σώζονται τα ερείπια του ναού της Αθηνάς Λινδίας του 4ου π.Χ. αιώνα, των Προπυλαίων και της μεγάλης ελληνιστικής Στοάς, και το βυζαντινό εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννη. Κατά την ιπποτική περίοδο το κάστρο της ενισχύθηκε, ενώ η ναυτική ακμή της πόλης συνεχίστηκε ως και τον 19ο αιώνα. 

Μοναδική είναι η ανάγλυφη τριήρης του 2ου π.Χ. αιώνα, λαξευμένη στη βάση του βράχου στην ακρόπολη της Λίνδου. Την καταγάλανη θάλασσα μπορεί κανείς να απολαύσει στην παραλία της Λίνδου, που διαθέτει και εγκαταστάσεις για θαλάσσια σπορ ή στον κόλπο του Αποστόλου Παύλου. Τέλος, τα πολυάριθμα καταστήματα, εστιατόρια και κέντρα διασκέδασης καλύπτουν τις ανάγκες και των πιο απαιτητικων επισκεπτων.     


ΚΑΜΕΙΡΟΣ

Στον αρχαιολογικό χώρο της Καμείρου σώζονται τα ερείπια της ελληνιστικής, ρωμαϊκής πόλης της Καμείρου και της γειτονικής νεκρόπολης, τα οποία ανακαλύφθηκαν κατά τη διάρκεια ανασκαφών το έτος 1859 και κυρίως κατά την περίοδο της κατοχής του νησιού από τους Ιταλούς (1912 -1943). Από την κλασσική πόλη διατηρείται η πρόσοψη υστεροκλασικής κρήνης, καθώς και κάποιοι τοίχοι στην αγορά της.

Στον αρχαιολογικό της χώρο περιλαμβάνεται ο οικισμός που είναι διαμορφωμένος σε τρία επίπεδα στο λόφο, όπου υπάρχουν δημόσια κτίρια, αγορά, ναοί, οικισμοί και η Ακρόπολη με το τέμενος της Αθηνάς Καμειράδος (4ος αιώνας π.Χ.), σε δεσπόζουσα θέση στην κορυφή του λόφου, να διαμηνύει τον αλλοτινό της πλούτο και τη μεγάλη ιστορική σημασία της αρχαίας πόλης.

Σύμφωνα με τον Όμηρο, η Αρχαία Κάμειρος ήταν μαζί με την Ιαλυσό και τη Λίνδο μια από τις τρεις πόλεις – κράτη τις οποίες ίδρυσαν οι Δωριείς. Αποτελούσε σπουδαίο εμπορικό κέντρο από την Αρχαϊκή ως και την Ελληνιστική εποχή. Τότε νέα νεκροταφεία εμφανίζονται, εκ των οποίων τα σημαντικότερα είναι τα Φικελούρα και το Μακρύ Λαγγόνι. Στο δεύτερο βρέθηκε η στήλη της Κριτούς και Τιμαρίστας, ένα από τα σημαντικότερα έργα της ροδιακής πλαστικής που φτιάχτηκε κατά την ελληνιστική περίοδο.

Ο πλούτος της Αρχαίας Καμείρου, προϊόν της αγροτικής, βιοτεχνικής και της εμπορικής δραστηριότητας, αποκαλύπτεται από τα ευρήματα των νεκροταφείων και από τον αποθέτη της Αθηνάς. Θεωρείται ότι διατηρούσε εμπορικές σχέσεις με την ηπειρωτική Ελλάδα, τη Μικρά Ασία, καθώς και τη νοτιοανατολική Μεσόγειο.
Μάλιστα διέθετε δικό της νόμισμα, το οποίο χρονολογείται κατά τον 6ο αιώνα π.Χ., την ίδια χρονική περίοδο που έκοψαν νομίσματα και οι άλλες πόλεις – κράτη του νησιού. Στο νόμισμα απεικονίζεται ένα φύλλο συκιάς, που ήταν ένα από τα αγροτικά της προϊόντα.

Σημαντικό μνημείο του οικισμού της Αρχαίας Καμείρου είναι επίσης η μεγάλη δεξαμενή πόσιμου νερού, μια κατασκευή ορθογωνίου σχήματος με εσωτερική επένδυση από κονίαμα που την έκανε υδατοστεγή. Στον πυθμένα της υπάρχουν δυο οπές με μεγάλα λίθινα καλύμματα από όπου το νερό διοχετευόταν μέσα από σύστημα πήλινων σωλήνων στον οικισμό για να καλύψει τις ημερήσιες ανάγκες του πληθυσμού. Υπολογίζεται ότι χωρούσε περισσότερα από 600 κυβικά μέτρα νερού που, όπως πιστεύουν οι ειδικοί ερευνητές, ήταν ποσότητα επαρκής για ένα σύνολο από 300 έως 400 οικογένειες. Στα πλαϊνά τοιχώματα της δεξαμενής υπήρχαν σκαλοπάτια που διευκόλυναν τον καθαρισμό της. Θεωρείται ότι ήταν καλυμμένη με κάποια κατασκευή που δεν σώζεται. Η κατασκευή της δεξαμενής τοποθετείται χρονολογικά κατά τον 6ο ή και 5ο αιώνα π.Χ. Κατά τους Ελληνιστικούς χρόνους, μετά την καταστροφή του σεισμού του 226 π.Χ., εγκαταλείπεται και στη θέση της οικοδομείται Στοά που ενσωματωνει συστημα υδρευσης του οικισμου 

  
ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ…
 ΙΘΑΚΗ-ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ
 ΙΑΛΥΣΟΣ-ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ
 ΚΑΜΕΙΡΟΣ- RHODES ΤΟURIST GUIDE
  

·        ΦΩΤΕΙΝΗ
      ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ
ΒΕΝΕΤΙΑ

Ιθάκη

Η Ιθάκη είναι ένα νησί των Επτανήσων και βρίσκεται στα νότια της Λευκάδας και στα βορειοανατολικά της Κεφαλονιάς, από την οποία χωρίζεται με τον ομώνυμο πορθμό. Πρωτεύουσά της είναι το Βαθύ. Πρόκειται για επίμηκες νησί με έκταση 96 τ.χλμ και πληθυσμό 3.084 κατοίκους σύμφωνα με την απογραφή του 2001. Μαζί με άλλα μικρότερα νησιά αποτελεί την επαρχία Ιθάκης που ανήκει στο νομό Κεφαλληνίας. Η Ιθάκη ανήκει Διοικητικά στην Περιφέρεια Ιονίων Νήσων. 
Ἐχει 2 λιμάνια, το Βαθύ και τον Πίσω Αετό.
Η Ιθάκη παρουσιάζει πλούσιο διαμελισμό στις ανατολικές ακτές, που χαρακτηρίζονται από πολλούς κόλπους και ακρωτήρια. Το βορειότερο άκρο του νησιού αποτελεί το ακρωτήριο Μέλισσα, ενώ το νοτιότερο το ακρωτήριο Άγιος Ανδρέας. Ανάμεσα στα δυο αυτά άκρα παρεμβάλλονται ο όρμος Φρικών, το ακρωτήριο Μαυρωνάς, το ακρωτήριο Άγιος Ηλίας, ο κόλπος Μώλου, το ακρωτήριο Σχοίνος και άλλα ακρωτήρια. Το μήκος των ακτών φτάνει συνολικά τα 101 km. Στο νησί υπάρχουν οι λόφοι Νηρίτο Όρος (806 μέτρα) και το Μεροβίγλι (669 μέτρα).
Χαρακτηριστικό του νησιού είναι τα άγονα εδάφη του και η λειψυδρία, που εμποδίζουν την ανάπτυξη γεωργίας. Το νησί στηρίζεται οικονομικά κυρίως από τον τουρισμό και. Το όνομα του νησιού είναι γνωστό από την αρχαιότητα, καθώς αναφέρεται στην Οδύσσεια, Η γενική εκτίμηση των ειδικών δέχεται την ταύτιση της σημερινής με την ομηρική Ιθάκη, εξηγώντας ότι οι διαφορές από την περιγραφόμενη τοπογραφία στην Οδύσσεια προέκυψαν είτε λόγω άγνοιας της τοπογραφίας του νησιού από τον ποιητή, είτε λόγω «ποιητικής αδείας».