Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2014 | By: Maria Giannakaki

Μυκήνες Ι (ο τόπος)

Η ακρόπολη των Μυκηνών είναι χτισμένη σ' ένα απρόσιτο βραχώδη λόφο που βρίσκεται ανάμεσα σε χαράδρες. Η ,κορυφή του υψώνεται 128 μ. επάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Η συνολική έκταση της ακρόπολης καλύπτει τα 30.000 τμ. Η μυκηναϊκή ακρόπολη οχυρώθηκε γύρω στο 1340 π.χ. με κυκλώπεια τείχη που ακολουθούσαν τη φυσική περίμετρο του λόφου. Αυτά έχουν πάχος κατά μέσον όρο 5.50μ. και είναι χτισμένα από τεράστιους ογκόλιθους και μικρότερους δόμους. Το αρχικό ύψος του περιβόλου δε σώζεται σε κανένα σημείο, υπολογίζεται όμως ότι θα έφτανε τα 12 περίπου μέτρα.
Η ακρόπολη είχε μια κύρια και μια δευτερεύουσα πύλη. Η κύρια ΒΔ πύλη, που χτίστηκε γύρω στο 1250 π.χ. και ονομάζεται "πύλη των λεόντων", είναι ένα επιβλητικό μεγαλιθικό μνημείο που μπορεί να συγκριθεί με τις πύλες της χεττιτικής πόλης Χάττουσα στη Μικρά Ασία. Επάνω από την πύλη, στο ανακουφιστικό τρίγωνο προβάλλει η παράσταση δύο ανάγλυφων αντιμέτωπων λιονταριών που στηρίζουν τα μπροστινά τους πόδια σε ένα αμφίκοιλο βωμό και περιβάλλουν έναν κίονα μινωικού τύπου. Η επιβλητική πύλη της ακρόπολης με τη αποτρόπαια παράσταση των λιονταριών θα ήταν το έμβλημα των μυκηναίων ηγεμόνων και το σύμβολο της ισχύος τους για τους υπήκοους αλλά για και τους επίσημους ξένους επισκέπτες. Μέσα από την πύλη βρισκόταν μια σκεπασμένη αυλή με ένα μικρό θάλαμο που λειτουργούσε ίσως ως φυλάκιο. Στα δεξιά της πύλης βρισκόταν ένα κτήριο εφαπτόμενο στο τείχος, το οποίο χαρακτηρίζεται ως σιταποθήκη λόγω των πιθαριών με απανθρακωμένο σιτάρι που βρέθηκαν εκεί.


Κατά μήκος του νότιου τείχους, στην κάτω ακρόπολη αποκαλύφθηκαν ιδιωτικά κτήρια που φέρουν συμβατικές ονομασίες ανασκαφέων των Μυκηνών ή των σημαντικότερων ευρημάτων που βρέθηκαν σ' αυτά, όπως "οικία Τσούντα", "οικία  Wace" και "οικία του κρατήρα των πολεμιστών". Στο κέντρο αυτού του συγκροτήματος βρισκόταν το "θρησκευτικό κέντρο" των Μυκηνών. Στο σημείο αυτό βρέθηκαν πολλά τελετουργικά αντικείμενα, βωμοί και πολυτελή διαμερίσματα, όπου κατοικούσαν ίσως οι αρχιερείς. Μια πλατιά αναβάθρα οδηγούσε από την πύλη των λεόντων στο εσωτερικό της ακρόπολης και το ανάκτορο, το οποίο βρισκόταν στο ψηλότερο σημείο της. Από το ανακτορικό συγκρότημα που ήταν χτισμένο σε διάφορα επίπεδα σώζονται μόνο λίγα δωμάτια, ανάμεσα στα οποία το μέγαρο του άνακτα, ένας ξενώνας και τα ανακτορικά εργαστήρια.

Στο εσωτερικό της ακρόπολης δεν υπήρχαν πηγές, γι΄ αυτό το νερό αντλούνταν από πηγάδια και συγκεντρωνόταν σε μια υπόγεια δεξαμενή. Η κάθοδος στη δεξαμενή γινόταν μέσω ενός διαδρόμου με οξύληκτη οροφή που είχε χτιστεί κάτω από το βόρειο τείχος.


Κοντά στην ακρόπολη των Μυκηνών βρίσκονταν οι βασιλικοί τάφοι και οι θολωτοί "ταφικοί περίβολοι", όπου ήταν θαμμένα τα πρόσωπα της βασιλικής οικογένειας. Ο αρχαιότερος ταφικός περίβολος Β βρίσκεται έξω από την κύρια πύλη. Ο ταφικός περίβολος Α που βρίσκεται στα ΝΑ της πύλης των λεόντων ήταν και εκείνος αρχικά έξω από το οχυρωματικό τείχος, κατά το διάστημα όμως της επέκτασης της οχύρωσης περικλείστηκε μέσα στα τείχη. Τα λιγότερο σημαίνοντα πρόσωπα και οι πολίτες ήταν θαμμένοι σε θαλαμοειδείς τάφους στην ευρύτερη περιοχή.

Πηγή:Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού
Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2014 | By: Maria Giannakaki

Ρόδος

Η ιστορία της Ρόδου

Το νησί της Ρόδου βρίσκεται στο σημείο συνάντησης των τριών ηπείρων, της Ευρώπης, της Ασίας και της Αφρικης και πάνω στους πανάρχαιους θαλάσσιους δρόμους που ένωναν την Δύση με την Ανατολή. Ως σημείο συνάντησης πολλών πολιτισμών τράβηξε πάντοτε την προσοχή πολλών λαών και δέχτηκε πολλές επιρροές στη μακρόχρονη ιστορία της. Όλοι οι λαοί που έφτασαν εδώ, είτε ειρηνικά, είτε ως επιδρομείς, είτε μαζικά, είτε ως άτομα, ή ολιγομελείς ομάδες άφησαν τα σημάδια τους πάνω στο σώμα της όμορφης Ρόδου. Το αποτέλεσμα ήταν πάντα ένα πολιτιστικό αμάλγαμα μεγάλης αντοχής που έχει επιβιώσει μέχρι τις μέρες μας. Πάντοτε η Ρόδος ήταν πλούσιος τόπος, τόσο σε παραγωγή του εδάφους, όσο και σε ανθρώπινο δυναμικό.
 
Από τις ανασκαφές και τις αρχαιολογικές έρευνες γνωρίζουμε ότι κατοικήθηκε τουλάχιστον από την Νεολιθική Εποχή. Η μυθολογική και αρχαία παράδοση του τόπου, σε συνδυασμό με την επιστημονική έρευνα, αναφέρει ως πρώτους κάτοικους τους Κάρες, τους Φοίνικες και τους Μινωίτες Κρήτες. Οι τελευταίοι αποδεδειγμένα έχουν εγκατασταθεί στην περιοχή της Ιαλυσού από τον 15ο π.Χ. αιώνα και έχουν οδηγήσει το νησί σε μεγάλη οικονομική και πολιτιστική ακμή. Η Ρόδος ακολουθεί την τύχη της Κρήτης και υποκύπτει για περισσότερα από 350 χρόνια στους Μυκηναίους Αχαιούς που την οδηγούν σε ψηλά επίπεδα ευημερίας. Το 1.100 π.Χ. έρχονται κατά κύματα οι Έλληνες Δωριείς που ιδρύουν τις τρεις μεγάλες και αργότερα φημισμένες πόλεις της Λίνδου, της Καμείρου και της Ιαλυσού. Ακολουθούν την τύχη των δωρικών πόλεων της Νοτιοδυτικής Μικράς Ασίας και σε συμμαχία με αυτές φτάνουν πάλι σε υψηλά επίπεδα ανάπτυξης, γεγονός που φέρνει πλούτο και ευημερία στους κατοίκους του νησιού. 
Ονόματα πρώτης γραμμής αυτής της εποχής είναι ο τύραννος της Λίνδου Κλεόβουλος, ένας από τους επτά σοφούς της αρχαιότητας και ο φημισμένος πολυολυμπιονίκης Διαγόρας. Το 408 π.Χ. οι τρεις μεγάλες πόλεις ιδρύουν από κοινού μια καινούρια πρωτεύουσα του νησιού, την Ρόδο που συνεχίζει να ακμάζει αλματωδώς.

Όλο αυτό το διάστημα ακολουθούν την τύχη της υπόλοιπης Ελλάδας και εμπλέκονται στις περιπέτειες του Ελληνισμού στην σύγκρουσή του με τους Πέρσες.

Κατά τους Μακεδονικούς και Ελληνιστικούς χρόνους πέρασαν στην επιρροή των Μακεδόνων και αργότερα των Πτολεμαίων της Αιγύπτου. Και πάλι η πόλη, και κατ' επέκταση το νησί της Ρόδου, γνωρίζουν πολύ μεγάλη ακμή, ίσως την μεγαλύτερη της ιστορίας τους. Και είναι τόση η ισχύς της, που σταματάει τον φημισμένο Μακεδόνα στρατηγό Δημήτριο τον Πολιορκητή το 305 π.Χ. Σε ανάμνηση αυτής της περιφανούς νίκης τους υψώνουν το πιο φημισμένο άγαλμα της Αρχαιότητας, τον περίφημο Κολοσσό της Ρόδου, που ονομάστηκε έτσι λόγω του μεγέθους του και αποτέλεσε ένα από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου.

Κατά την διάρκεια της επέκτασης και κυριαρχίας της Ρώμης η Ρόδος βρέθηκε σύμμαχος των Ρωμαίων, αλλά υφίσταται πολλές καταστροφές κατά την διάρκεια των εμφυλίων σπαραγμών ανάμεσα στους Ρωμαίους στρατηγούς.

Η Ρόδος είναι από τα πρώτα μέρη της Ελλάδας που ασπάστηκε τον Χριστιανισμό, ο οποίος διδάχτηκε στο νησί από τον Απόστολο των Εθνών Παύλο (57 μ.Χ.).

μεγέθυνση φωτογραφίας μεγέθυνση φωτογραφίας μεγέθυνση φωτογραφίας

Κατά τους Βυζαντινούς χρόνους γνωρίζει περιόδους ακμής γι' αυτό τραβάει τα βλέμματα πολλών επιδρομέων. Πέρσες, Σαρακηνοί και Σταυροφόροι εισβάλουν και λεηλατούν πολλές φορές το νησί που γνωρίζει μεγάλες καταστροφές. Τελικά το 1306 η Ρόδος, μαζί με την Κω και την Λέρο πωλούνται στους Ιππότες του Τάγματος του Αγίου Ιωάννη. Υπό την κυριαρχία των Ιωαννιτών Ιπποτών η Ρόδος γνωρίζει ξανά την ακμή και την ευημερία και καθίσταται μεγάλο στρατιωτικό, εμπορικό, οικονομικό και πολιτιστικό κέντρο της περιοχής της Ανατολικής Μεσογείου. Αυτής της λαμπρής εποχής αποτέλεσμα είναι η Μεσαιωνική Πόλη της Ρόδου που βλέπουμε σήμερα και θαυμάζουμε όλοι. Επίσης, αποτέλεσμα αυτής της οικονομικής και πολιτιστικής άνθησης του τόπου είναι η διαμόρφωση μιας συλλογικής ψυχοσύνθεσης των ντόπιων που επιβιώνει μέχρι τις μέρες μας.

Αλλά το 1522, μετά από έξι μήνες στενής πολιορκίας από τους Οθωμανούς του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, η πόλη-κάστρο πέφτει στα χέρια των Τούρκων που εκείνη την εποχή ήταν ανίκητοι και λίγα χρόνια μετά έφτασαν μέχρι τα προάστια της Βιέννης, όπου κατάφεραν τελικά οι Ευρωπαίοι να τους σταματήσουν.

Η Ρόδος παρέμεινε στην κυριαρχία των Τούρκων μέχρι το 1912 που έφτασαν στο νησί καινούριοι κατακτητές. Οι Ιταλοί, που στην αρχή ο λαός τους υποδέχτηκε ως ελευθερωτές, αλλά γρήγορα κατάλαβαν όλοι ότι επρόκειτο για έναν καινούριο σκληρό δυνάστη, έστω και ομόθρησκο. Το μόνο καλό που είδε η Ρόδος από τους κατακτητές αυτούς ήταν το δίκτυο των υποδομών που ανέπτυξαν για τους δικούς τους λόγους οι Ιταλοί, καθώς επίσης και τα πολλά κτίρια που έκτισαν. Όλα αυτά, μετά την ένωση της Ρόδου με την Ελλάδα, αποτέλεσαν ένα σοβαρό παράγοντα που βοήθησε το νησί να συνέλθει γρήγορα από τις καταστροφές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου που προξένησαν οι κατακτητές Ιταλοί και Γερμανοί και οι συμμαχικοί βομβαρδισμοί. Έπειτα από μια τρίχρονη κατοχή και διακυβέρνηση από τον Βρετανικό στρατό η Ρόδος και όλα τα Δωδεκάνησα, ενσωματώθηκαν οριστικά με την Ελλάδα τον Μάρτιο του 1948.

Από τότε ακολούθησε τις τύχες της υπόλοιπης Ελλάδας και σήμερα είναι ένα πανέμορφο ελληνικό νησί που με τις μοναδικές του φυσικές ομορφιές, τους σπουδαίους πολιτιστικούς του θησαυρούς, την εργατικότητα των κατοίκων της έχει εξελιχθεί σε ένα πρώτης γραμμής τουριστικό προορισμό. Η τουριστική ανάπτυξη, σε συνδυασμό με τη πολιτιστική ανάπτυξη του τόπου έχει φέρει πάλι ευημερία στο νησί της Ρόδου  
  
Από τις ανασκαφές και τις αρχαιολογικές έρευνες γνωρίζουμε ότι κατοικήθηκε τουλάχιστον από την Νεολιθική Εποχή. Η μυθολογική και αρχαία παράδοση του τόπου, σε συνδυασμό με την επιστημονική έρευνα, αναφέρει ως πρώτους κάτοικους τους Κάρες, τους Φοίνικες και τους Μινωίτες Κρήτες. Οι τελευταίοι αποδεδειγμένα έχουν εγκατασταθεί στην περιοχή της Ιαλυσού από τον 15ο π.Χ. αιώνα και έχουν οδηγήσει το νησί σε μεγάλη οικονομική και πολιτιστική ακμή. Η Ρόδος ακολουθεί την τύχη της Κρήτης και υποκύπτει για περισσότερα από 350 χρόνια στους Μυκηναίους Αχαιούς που την οδηγούν σε ψηλά επίπεδα ευημερίας. Το 1.100 π.Χ. έρχονται κατά κύματα οι Έλληνες Δωριείς που ιδρύουν τις τρεις μεγάλες και αργότερα φημισμένες πόλεις της Λίνδου, της Καμείρου και της Ιαλυσού. Ακολουθούν την τύχη των δωρικών πόλεων της Νοτιοδυτικής Μικράς Ασίας και σε συμμαχία με αυτές φτάνουν πάλι σε υψηλά επίπεδα ανάπτυξης, γεγονός που φέρνει πλούτο και ευημερία στους κατοίκους του νησιού. 
Ονόματα πρώτης γραμμής αυτής της εποχής είναι ο τύραννος της Λίνδου Κλεόβουλος, ένας από τους επτά σοφούς της αρχαιότητας και ο φημισμένος πολυολυμπιονίκης Διαγόρας. Το 408 π.Χ. οι τρεις μεγάλες πόλεις ιδρύουν από κοινού μια καινούρια πρωτεύουσα του νησιού, την Ρόδο που συνεχίζει να ακμάζει αλματωδώς.

Όλο αυτό το διάστημα ακολουθούν την τύχη της υπόλοιπης Ελλάδας και εμπλέκονται στις περιπέτειες του Ελληνισμού στην σύγκρουσή του με τους Πέρσες.

Κατά τους Μακεδονικούς και Ελληνιστικούς χρόνους πέρασαν στην επιρροή των Μακεδόνων και αργότερα των Πτολεμαίων της Αιγύπτου. Και πάλι η πόλη, και κατ' επέκταση το νησί της Ρόδου, γνωρίζουν πολύ μεγάλη ακμή, ίσως την μεγαλύτερη της ιστορίας τους. Και είναι τόση η ισχύς της, που σταματάει τον φημισμένο Μακεδόνα στρατηγό Δημήτριο τον Πολιορκητή το 305 π.Χ. Σε ανάμνηση αυτής της περιφανούς νίκης τους υψώνουν το πιο φημισμένο άγαλμα της Αρχαιότητας, τον περίφημο Κολοσσό της Ρόδου, που ονομάστηκε έτσι λόγω του μεγέθους του και αποτέλεσε ένα από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου.

Κατά την διάρκεια της επέκτασης και κυριαρχίας της Ρώμης η Ρόδος βρέθηκε σύμμαχος των Ρωμαίων, αλλά υφίσταται πολλές καταστροφές κατά την διάρκεια των εμφυλίων σπαραγμών ανάμεσα στους Ρωμαίους στρατηγούς.

Η Ρόδος είναι από τα πρώτα μέρη της Ελλάδας που ασπάστηκε τον Χριστιανισμό, ο οποίος διδάχτηκε στο νησί από τον Απόστολο των Εθνών Παύλο (57 μ.Χ.).

μεγέθυνση φωτογραφίας μεγέθυνση φωτογραφίας μεγέθυνση φωτογραφίας

Κατά τους Βυζαντινούς χρόνους γνωρίζει περιόδους ακμής γι' αυτό τραβάει τα βλέμματα πολλών επιδρομέων. Πέρσες, Σαρακηνοί και Σταυροφόροι εισβάλουν και λεηλατούν πολλές φορές το νησί που γνωρίζει μεγάλες καταστροφές. Τελικά το 1306 η Ρόδος, μαζί με την Κω και την Λέρο πωλούνται στους Ιππότες του Τάγματος του Αγίου Ιωάννη. Υπό την κυριαρχία των Ιωαννιτών Ιπποτών η Ρόδος γνωρίζει ξανά την ακμή και την ευημερία και καθίσταται μεγάλο στρατιωτικό, εμπορικό, οικονομικό και πολιτιστικό κέντρο της περιοχής της Ανατολικής Μεσογείου. Αυτής της λαμπρής εποχής αποτέλεσμα είναι η Μεσαιωνική Πόλη της Ρόδου που βλέπουμε σήμερα και θαυμάζουμε όλοι. Επίσης, αποτέλεσμα αυτής της οικονομικής και πολιτιστικής άνθησης του τόπου είναι η διαμόρφωση μιας συλλογικής ψυχοσύνθεσης των ντόπιων που επιβιώνει μέχρι τις μέρες μας.

Αλλά το 1522, μετά από έξι μήνες στενής πολιορκίας από τους Οθωμανούς του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, η πόλη-κάστρο πέφτει στα χέρια των Τούρκων που εκείνη την εποχή ήταν ανίκητοι και λίγα χρόνια μετά έφτασαν μέχρι τα προάστια της Βιέννης, όπου κατάφεραν τελικά οι Ευρωπαίοι να τους σταματήσουν.

Η Ρόδος παρέμεινε στην κυριαρχία των Τούρκων μέχρι το 1912 που έφτασαν στο νησί καινούριοι κατακτητές. Οι Ιταλοί, που στην αρχή ο λαός τους υποδέχτηκε ως ελευθερωτές, αλλά γρήγορα κατάλαβαν όλοι ότι επρόκειτο για έναν καινούριο σκληρό δυνάστη, έστω και ομόθρησκο. Το μόνο καλό που είδε η Ρόδος από τους κατακτητές αυτούς ήταν το δίκτυο των υποδομών που ανέπτυξαν για τους δικούς τους λόγους οι Ιταλοί, καθώς επίσης και τα πολλά κτίρια που έκτισαν. Όλα αυτά, μετά την ένωση της Ρόδου με την Ελλάδα, αποτέλεσαν ένα σοβαρό παράγοντα που βοήθησε το νησί να συνέλθει γρήγορα από τις καταστροφές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου που προξένησαν οι κατακτητές Ιταλοί και Γερμανοί και οι συμμαχικοί βομβαρδισμοί. Έπειτα από μια τρίχρονη κατοχή και διακυβέρνηση από τον Βρετανικό στρατό η Ρόδος και όλα τα Δωδεκάνησα, ενσωματώθηκαν οριστικά με την Ελλάδα τον Μάρτιο του 1948.

Από τότε ακολούθησε τις τύχες της υπόλοιπης Ελλάδας και σήμερα είναι ένα πανέμορφο ελληνικό νησί που με τις μοναδικές του φυσικές ομορφιές, τους σπουδαίους πολιτιστικούς του θησαυρούς, την εργατικότητα των κατοίκων της έχει εξελιχθεί σε ένα πρώτης γραμμής τουριστικό προορισμό. Η τουριστική ανάπτυξη, σε συνδυασμό με τη πολιτιστική ανάπτυξη του τόπου έχει φέρει πάλι ευημερια στο νησι της Ροδου  



ΛΙΝΔΟΣ

Η αρχαία πόλη-κράτος της Λίνδου γνώρισε μεγάλη ναυτική και πολιτιστική ανάπτυξη. Πατρίδα του σοφού τυράννου Κλεόβουλου, θαυμάστηκε για τον πλούτο, την ομορφιά και τη στρατηγική της θέση. 

Η Λίνδος είναι πατρίδα μεγάλων καλλιτεχνών, όπως του γλύπτη και δημιουργού του Κολοσσού της Ρόδου Χάρη, του Λύσιππου, του Πυθόκριτου, γιού του Τιμοχάριου, που μαζί με τον Αθηνόδωρο και τον Αγήσανδρο φιλοτέχνησαν τη Νίκη της Σαμοθράκης καθώς και το σύμπλεγμα του Λαοκόοντος, και ακόμη του ιστοριο- γράφου Ευαγόρα του Λίνδιου, του Τιμαχίδα, που έγραψε το περίφημο Χρονικό της Λίνδου, και της ποιήτριας Κλεοβουλίνης. 

Φτάνοντας κανείς στη Λίνδο θαυμάζει από μακριά το πανόραμα του χωριού, η εικόνα όμως είναι εξίσου μαγευτική κι από τη θάλασσα, αν την επισκεφθεί κανείς με το ημερόπλοιο από το Μαντράκι της Ρόδου. Ο παραδοσιακός οικισμός με τα κατάλευκα σπίτια, τα αρχοντικά των καπεταναίων, τις βυζαντινές εκκλησίες και τα λιθόστρωτα δρομάκια απλώνεται στους πρόποδες του βράχου της ακρόπολης. 

Ακολουθώντας το μονοπάτι μέσα από το χωριό ή νοικιάζοντας ένα γαϊδουράκι απο την πλατεία, ανεβαίνει κανείς στην αρχαία ακρόπολη. Η ακρόπολη της Λίνδου υψώνεται επιβλητική, τριγυρισμένη από ισχυρότατα τείχη και είναι χτισμένη σε απότομο βράχο ύψους 116 μέτρων, σαν αληθινός εξώστης με θέα στο πέλαγος. 

Στην κορυφή της σώζονται τα ερείπια του ναού της Αθηνάς Λινδίας του 4ου π.Χ. αιώνα, των Προπυλαίων και της μεγάλης ελληνιστικής Στοάς, και το βυζαντινό εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννη. Κατά την ιπποτική περίοδο το κάστρο της ενισχύθηκε, ενώ η ναυτική ακμή της πόλης συνεχίστηκε ως και τον 19ο αιώνα. 

Μοναδική είναι η ανάγλυφη τριήρης του 2ου π.Χ. αιώνα, λαξευμένη στη βάση του βράχου στην ακρόπολη της Λίνδου. Την καταγάλανη θάλασσα μπορεί κανείς να απολαύσει στην παραλία της Λίνδου, που διαθέτει και εγκαταστάσεις για θαλάσσια σπορ ή στον κόλπο του Αποστόλου Παύλου. Τέλος, τα πολυάριθμα καταστήματα, εστιατόρια και κέντρα διασκέδασης καλύπτουν τις ανάγκες και των πιο απαιτητικων επισκεπτων.     


ΚΑΜΕΙΡΟΣ

Στον αρχαιολογικό χώρο της Καμείρου σώζονται τα ερείπια της ελληνιστικής, ρωμαϊκής πόλης της Καμείρου και της γειτονικής νεκρόπολης, τα οποία ανακαλύφθηκαν κατά τη διάρκεια ανασκαφών το έτος 1859 και κυρίως κατά την περίοδο της κατοχής του νησιού από τους Ιταλούς (1912 -1943). Από την κλασσική πόλη διατηρείται η πρόσοψη υστεροκλασικής κρήνης, καθώς και κάποιοι τοίχοι στην αγορά της.

Στον αρχαιολογικό της χώρο περιλαμβάνεται ο οικισμός που είναι διαμορφωμένος σε τρία επίπεδα στο λόφο, όπου υπάρχουν δημόσια κτίρια, αγορά, ναοί, οικισμοί και η Ακρόπολη με το τέμενος της Αθηνάς Καμειράδος (4ος αιώνας π.Χ.), σε δεσπόζουσα θέση στην κορυφή του λόφου, να διαμηνύει τον αλλοτινό της πλούτο και τη μεγάλη ιστορική σημασία της αρχαίας πόλης.

Σύμφωνα με τον Όμηρο, η Αρχαία Κάμειρος ήταν μαζί με την Ιαλυσό και τη Λίνδο μια από τις τρεις πόλεις – κράτη τις οποίες ίδρυσαν οι Δωριείς. Αποτελούσε σπουδαίο εμπορικό κέντρο από την Αρχαϊκή ως και την Ελληνιστική εποχή. Τότε νέα νεκροταφεία εμφανίζονται, εκ των οποίων τα σημαντικότερα είναι τα Φικελούρα και το Μακρύ Λαγγόνι. Στο δεύτερο βρέθηκε η στήλη της Κριτούς και Τιμαρίστας, ένα από τα σημαντικότερα έργα της ροδιακής πλαστικής που φτιάχτηκε κατά την ελληνιστική περίοδο.

Ο πλούτος της Αρχαίας Καμείρου, προϊόν της αγροτικής, βιοτεχνικής και της εμπορικής δραστηριότητας, αποκαλύπτεται από τα ευρήματα των νεκροταφείων και από τον αποθέτη της Αθηνάς. Θεωρείται ότι διατηρούσε εμπορικές σχέσεις με την ηπειρωτική Ελλάδα, τη Μικρά Ασία, καθώς και τη νοτιοανατολική Μεσόγειο.
Μάλιστα διέθετε δικό της νόμισμα, το οποίο χρονολογείται κατά τον 6ο αιώνα π.Χ., την ίδια χρονική περίοδο που έκοψαν νομίσματα και οι άλλες πόλεις – κράτη του νησιού. Στο νόμισμα απεικονίζεται ένα φύλλο συκιάς, που ήταν ένα από τα αγροτικά της προϊόντα.

Σημαντικό μνημείο του οικισμού της Αρχαίας Καμείρου είναι επίσης η μεγάλη δεξαμενή πόσιμου νερού, μια κατασκευή ορθογωνίου σχήματος με εσωτερική επένδυση από κονίαμα που την έκανε υδατοστεγή. Στον πυθμένα της υπάρχουν δυο οπές με μεγάλα λίθινα καλύμματα από όπου το νερό διοχετευόταν μέσα από σύστημα πήλινων σωλήνων στον οικισμό για να καλύψει τις ημερήσιες ανάγκες του πληθυσμού. Υπολογίζεται ότι χωρούσε περισσότερα από 600 κυβικά μέτρα νερού που, όπως πιστεύουν οι ειδικοί ερευνητές, ήταν ποσότητα επαρκής για ένα σύνολο από 300 έως 400 οικογένειες. Στα πλαϊνά τοιχώματα της δεξαμενής υπήρχαν σκαλοπάτια που διευκόλυναν τον καθαρισμό της. Θεωρείται ότι ήταν καλυμμένη με κάποια κατασκευή που δεν σώζεται. Η κατασκευή της δεξαμενής τοποθετείται χρονολογικά κατά τον 6ο ή και 5ο αιώνα π.Χ. Κατά τους Ελληνιστικούς χρόνους, μετά την καταστροφή του σεισμού του 226 π.Χ., εγκαταλείπεται και στη θέση της οικοδομείται Στοά που ενσωματωνει συστημα υδρευσης του οικισμου 

  
ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ…
 ΙΘΑΚΗ-ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ
 ΙΑΛΥΣΟΣ-ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ
 ΚΑΜΕΙΡΟΣ- RHODES ΤΟURIST GUIDE
  

·        ΦΩΤΕΙΝΗ
      ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ
ΒΕΝΕΤΙΑ

Ιθάκη

Η Ιθάκη είναι ένα νησί των Επτανήσων και βρίσκεται στα νότια της Λευκάδας και στα βορειοανατολικά της Κεφαλονιάς, από την οποία χωρίζεται με τον ομώνυμο πορθμό. Πρωτεύουσά της είναι το Βαθύ. Πρόκειται για επίμηκες νησί με έκταση 96 τ.χλμ και πληθυσμό 3.084 κατοίκους σύμφωνα με την απογραφή του 2001. Μαζί με άλλα μικρότερα νησιά αποτελεί την επαρχία Ιθάκης που ανήκει στο νομό Κεφαλληνίας. Η Ιθάκη ανήκει Διοικητικά στην Περιφέρεια Ιονίων Νήσων. 
Ἐχει 2 λιμάνια, το Βαθύ και τον Πίσω Αετό.
Η Ιθάκη παρουσιάζει πλούσιο διαμελισμό στις ανατολικές ακτές, που χαρακτηρίζονται από πολλούς κόλπους και ακρωτήρια. Το βορειότερο άκρο του νησιού αποτελεί το ακρωτήριο Μέλισσα, ενώ το νοτιότερο το ακρωτήριο Άγιος Ανδρέας. Ανάμεσα στα δυο αυτά άκρα παρεμβάλλονται ο όρμος Φρικών, το ακρωτήριο Μαυρωνάς, το ακρωτήριο Άγιος Ηλίας, ο κόλπος Μώλου, το ακρωτήριο Σχοίνος και άλλα ακρωτήρια. Το μήκος των ακτών φτάνει συνολικά τα 101 km. Στο νησί υπάρχουν οι λόφοι Νηρίτο Όρος (806 μέτρα) και το Μεροβίγλι (669 μέτρα).
Χαρακτηριστικό του νησιού είναι τα άγονα εδάφη του και η λειψυδρία, που εμποδίζουν την ανάπτυξη γεωργίας. Το νησί στηρίζεται οικονομικά κυρίως από τον τουρισμό και. Το όνομα του νησιού είναι γνωστό από την αρχαιότητα, καθώς αναφέρεται στην Οδύσσεια, Η γενική εκτίμηση των ειδικών δέχεται την ταύτιση της σημερινής με την ομηρική Ιθάκη, εξηγώντας ότι οι διαφορές από την περιγραφόμενη τοπογραφία στην Οδύσσεια προέκυψαν είτε λόγω άγνοιας της τοπογραφίας του νησιού από τον ποιητή, είτε λόγω «ποιητικής αδείας».